Νεφελίμ, ελοχίμ, ελ και άλλα σχετικά!!!!

Το blog που ελέγχεται από άλλες...δυνάμεις!

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Ο έρωτας χρόνια δεν κοιτά...


  Το ταλέντο του κολομβιανού συγγραφέα Gabriel García Márquez είναι διάχυτο σε όλο του το μυθιστόρημα ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας. Ο Márquez δανείζεται σκηνές από τη παιδική του ηλικία και γράφει για τον έρωτα, την πίστη και γενικά για τη παρακμή της λατινοαμερικάνικης κοινωνίας, όπως αυτή φαίνεται μέσα από τα πρόσωπα της ιστορίας. Κυρίως γράφει για τον έρωτα σε όλες τις μορφές του και αναδεικνύει την υπομονή που μπορεί να διαθέτει κάποιος σ' αυτόν. Ο τίτλος του μυθιστορήματος δεν είναι τυχαίος, καθώς η ιστορία εκτυλίσσεται στα χρόνια που η χολέρα θερίζει τη νότιο Αμερική και αποτελεί φόβητρο για τους ανθρώπους. Ο Márquez δίνει όμως μία άλλη διάσταση της αρρώστιας, καθώς παρομοιάζει τα συμπτώματα της με αυτά του έρωτα. Ταυτίζει τη θλίψη της αγάπης χωρίς ανταπόκριση με τη σοβαρή αρρώστια, όπως η χολέρα δε διαθέτει γιατρικό, έτσι και ο ανεκπλήρωτος έρωτας δε μπορεί να θεραπευτεί. 

  Η ιστορία διαδραματίζεται στις ακτές της Καραϊβικής στα τέλη του περασμένου αιώνα, και αναφέρεται στον έρωτα δύο νέων του Φλορεντίνου και της Φερμίνας. Πρωτοερωτεύονται όταν εκείνη είναι 18 χρόνων και εκείνος 22,δεν καταφέραν όμως να ενωθούν αμέσως. Οι διαθέσεις του πατέρα της Φερμίνας δε συμβαδίζουν με την επιθυμία των νέων και έτσι δίνει τέλος σ'αυτή τη σχέση πριν καν αρχίσει, αφού μετακομίζουν στην επαρχία και ο Φλορεντίνο μένει πίσω. Η Φερμίνα παντρεύεται το γιατρό Ουρμπίνο και αποκτά μαζί του οικογένεια, ενώ ο Φλορεντίνο παρέμενε εργένης, αν και είχε αναρίθμητες περιπέτειες και ερωτικές εμπειρίες. Ψυχικά όμως, ο Φλορεντίνο μένει πιστός στην γυναίκα που πρωτοαγάπησε, καμία δεν κατάφερε να τον αγγίξει, παρά μόνο η Φερμίνα. 
  Η πίστη και η υπομονή είναι οι αρετές που παρουσιάζει το μυθιστόρημα. Ένας άντρας έμενε πιστός σε μία γυναίκα που αγαπούσε και που ποτέ δεν ήταν στα αλήθεια δική του, έμενε πιστός σε έναν έρωτα χωρίς πραγματική ένωση. Πίστευε στην ιδέα του έρωτα και ας μην ερχόταν ποτέ. Στο βιβλίο ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, κυριαρχεί ο έρωτας χωρίς ένωση και το αντίθετο, η ένωση χωρίς αληθινό έρωτα. Ο Marquez παρουσιάζει το γάμο του γιατρού και της Φερμίνας, ώς μία σύνδεση χωρίς την ύπαρξη αγάπης, οι δυο τους είναι μαζί γιατί ο γάμος τους είναι ένα κοινωνικά αποδεκτό γεγονός. Ο γιατρός Ουρμπίνο αντιλαμβάνεται τη συμβατικότητα του γάμου τους, από το μήνα του μέλιτος ακόμα.
     " Εκείνος ήξερε πως δεν την αγαπούσε. Την είχε παντρευτεί γιατί του άρεσε η περηφάνια της, η σοβαρότητα της, η δύναμη της κι ακόμα και για μια σταλιά δικιά του ματαιοδοξία" 

  Από την άλλη ο επίμονος έρωτας, αυτός που υπάρχει χωρίς τη φυσική σύνδεση. Ο Φλορεντίνο προσπαθεί να γεμίσει το κενό στην καρδία του με τη σωματική επαφή, να αντικαταστήσει αυτο το επίπονο κενό με το sex, αυτό όμως δεν αναπληρώνεται ποτέ. Η απόσταση του Φλορεντίνου και της Φερμίνας μεγαλώνει σε όλη τη διάρκεια του έργου, ο ανεκπλήρωτος έρωτάς τους είναι το background σε όλα τα γεγονότα της ιστορίας. Δε μπόρεσαν να ζήσουν έναν ολοκληρωμένο νεανικό έρωτα .

  Το τέλος έχει μία δόση απο happy ending. Με το θάνατο του Ουρμπίνο δίνεται στο ζευγάρι η ευκαιρία να γίνουν πραγματικοί εραστές λίγο πριν το τέλος της δικής τους ζωής, να ζήσουν τον τέλειο έρωτα σε όλες του τις μορφές, τι και αν έχουν περάσει τα χρόνια και έχουν χάσει την λάμψη τους, τώρα είναι η δική τους ώρα. Μετά λοιπόν από 51 χρόνια, 9 μήνες και 4 ημέρες επιτέλους ο Φλορεντίνο και η Φερμίνα είναι μαζί, στα γεράματα, αλλά τι σημασία έχει, άλλωστε δεν λένε ότι ο έρωτας χρόνια δεν κοιτά.
  

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Όταν η υπερβολή κυβερνά

  Ποια στιγμή κλείνει κάποιος αγανακτισμένος την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο ή ακόμα ποια στιγμή αναγκάζεται να πετάξει κάποιος την εφημερίδα που διαβάζει; Θα μπορούσε να απαντήσει κανείς, ότι η κατάλληλη στιγμή είναι όταν η τηλεόραση έχει ένα πρόγραμμα που υποβαθμίζει την ποιότητα ή όταν κανείς διαβάζει συνέντευξη του πρωθυπουργού που διαβεβαιώνει ότι λεφτά υπάρχουν. Σωστά όλα αυτά, αλλά μήπως πλέον η υπομονή εξαντλείται και από τις δημοσιογραφικές υπερβολές; Πόσο να αντέξει δηλαδή κάποιος να ακούει υπερβολές από τους δημοσιογράφους, που επάγγελμα τους είναι να γράφουν την αλήθεια απλά και κατανοητά; Κάποτε η υπερβολή και ο ξύλινος λόγος ήταν "προνόμιο" των πολιτικών και των δημοσίων προσώπων, που ήθελαν ασκήσουν γοητεία στον λαό και να "ψαρέψουν" τη ψήφο του, δυστυχώς όμως η τακτική αυτή άρχισε να υιοθετείται ολοένα και περισσότερο από τους δημοσιογράφους, κατά κύριο λόγο για τα νούμερα τηλεθέασης. Στην αρχή ίσως και να πίστευε ο αναγνώστης-τηλεθεατής αυτά που του πλάσαραν, σιγά-σιγά όμως και μετά από τα τόσα ψέματα των πολιτικών, ο κόσμος δημιούργησε ασπίδες για να μην δέχεται τα ψεύδη, πόσο μάλλον την υπερβολή των δημοσιογράφων. Και λέγοντας υπερβολή τι εννοούμε; Εννοούμε τη χρήση κάποιων λέξεων και εκφράσεων, ώστε να προκαλείται εντύπωση.

 Και κάπου εδώ αρχίζει το κωμικοτραγικό του θέματος, οι λέξεις άρχισαν να χάνουν τη σημασία τους, να αλλάζει το νόημα τους και να γίνονται "βαριές", ώσπου κάποια στιγμή φτάσαμε στο σημείο να φοβόμαστε τις λέξεις περισσότερο από τις ενέργειες που περιγράφουν. Τρανό παράδειγμα ο όρος τρομοκρατία, από το 2001 με τη επίθεση στους δίδυμους πύργους, ο όρος ταυτίζεται με το φόβο, με την απειλή. Παρακολουθεί ο τηλεθεατής τις ειδήσεις  και ακούει τη λέξη τρομοκρατία να χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη ληστεία ενός μπακάλικου της γειτονιάς και τότε αρχίζουν να του μπαίνουν ιδέες, μήπως και ο γείτονας του είναι τελικά τρομοκράτης επειδή έχει φούρνο με υγραέριο (το γνωστό μας γκάζι, γκαζάκι). Η τρομοκρατία όντως αποτελεί μείζον πρόβλημα, αλλά η υπερβολική χρήση της λέξης διογκώνει τη σημασία της τόσο, ώστε και η μόνη της η λέξη να δημιουργεί προβλήματα. Άλλο παράδειγμα είναι η λέξη βανδαλισμός, την οποία οι δημοσιογράφοι, με τα γεγονότα του Δεκέμβρη, την "βανδάλισαν" αλύπητα. Φτάσαμε σε σημείο να θεωρείται το δυνατό χτύπημα της πόρτας ενός ταξί, βανδαλισμός ξένης περιουσίας. Η δημοσιογραφική υπερβολή κατακερματίζει τις λέξεις.

 Η αποκορύφωση της υπερβολής ήρθε μαζί με την οικονομική κρίση. Άρθρα γράφονται, συζητήσεις επί συζητήσεων γίνονται στα τηλεοπτικά παράθυρα και το μόνο αποτέλεσμα είναι ο πανικός του κόσμου, που θέλει να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Οι ίδιες βαρύγδουπες λέξεις ακούγονται ολοένα και περισσότερο. Ο όρος πτώχευση πρωταγωνιστεί σε όλα τα άρθρα των εφημερίδων, οι λέξεις φτώχεια, πείνα, δάνεια, κρίση, κρίση, κρίση χοροπηδούν στους δέκτες των τηλεοράσεων και ο τηλεθεατής αποκαμωμένος δε μπορεί να αντιδράσει. Με το κλείσιμο όμως του διακόπτη όλα καταλαγιάζουν, οι σκέψεις μπαίνουν σε μια σειρά και οι λέξεις αποκτούν την πραγματική τους σημασία. Ίσως λοιπόν που και που χρειάζεται και ένα κλείσιμο της τηλεόρασης ή ένα τσαλάκωμα της εφημερίδας, έτσι προς παραδειγματισμό όλων.